ΈΡΓΑ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΦΡΟΥΡΙΟΥ
Το φρούριο του Αγίου Νικολάου πήρε το όνομά του από ένα βυζαντινό εκκλησάκι που βρισκόταν στο χώρο πριν από την ανέγερση του οχυρού. Για τους Ορθόδοξους, ο Νικόλαος ήταν ανέκαθεν ο προστάτης των ναυτικών και γενικά όσων ταξίδευαν δια θαλάσσης. Στα ελληνικά νησιά, όπου η σχέση με τη θάλασσα ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση, εκκλησάκι αφιερωμένο στον άγιο βρίσκεται συχνά σε κάποιο σημείο της ακτής κοντά στο λιμάνι.
Λίγα είναι γνωστά για τον ίδιο τον Νικόλαο, εκτός από το γεγονός ότι καταγόταν από τα Πάταρα της Μικράς Ασίας και έγινε επίσκοπος στα κοντινά Μύρα, το σύγχρονο Ντεμρέ στην Τουρκία, στις αρχές του 4ου αιώνα. Λέγεται ότι φυλακίστηκε και βασανίστηκε την εποχή του μεγάλου Διωγμού των Χριστιανών επί Διοκλητιανού το 303-311, και ότι πέρασε κάποιο διάστημα σε ερημητήριο στη Βηθλεέμ. Το πρώτο αναφερόμενο θαύμα του έγινε στο πλοίο με το οποίο μετέβαινε στους Αγίους Τόπους, όταν «επιτίμησε» την τρικυμισμένη θάλασσα που αμέσως ηρέμησε. Γραπτές πηγές αναφέρουν ότι συμμετείχε στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Εκκλησίας στη Νίκαια το 325, όπου χτύπησε έναν οπαδό του αιρετικού Αρείου και γι΄αυτό φυλακίστηκε για λίγο καιρό από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος προήδρευε της Συνόδου. Η τοπική παράδοση στα Δωδεκάνησα τον συνδέει ιδιαίτερα με το νησί της Χάλκης λίγα μίλια δυτικά της Ρόδου, όπου τιμάται ως εκχριστιανιστής των κατοίκων.
Αν και ο αρχικός τόπος ανάπαυσης του αγίου ενδέχεται να ήταν ο παλαιοχριστιανικός ναός στο ερημονήσι που σήμερα είναι γνωστό ως Gemiler Adasi απέναντι στα Μικρασιατικά παράλια, για αρκετούς αιώνες τα οστά του βρίσκονταν στην εκκλησία του στα Μύρα. Το 520 μ.Χ. η εκκλησία αυτή αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερο μητροπολιτικό ναό που διατηρείται μέχρι σήμερα. Το σεβάσμιο αυτό μνημείο, που αποκαταστάθηκε από τον τσάρο Νικόλαο Α΄ το 1862, παραμένει σημαντικό προσκύνημα της λατρείας του αγίου, αν και ο τάφος του είναι άδειος, θύμα της μεσαιωνικής άγρας ιερών λειψάνων.
Οι περιπέτειες του λειψάνου του κατά τον Μεσαίωνα προώθησαν τη λατρεία του Αγίου Νικολάου στη Λατινική Δύση. Εκεί έγινε γνωστός κυρίως μετά το 1078, όταν άρπαξαν τα οστά του ναυτικοί από την ιταλική πόλη του Μπάρι. Τα οστά αυτά παραμένουν μέχρι σήμερα στην κρύπτη του καθεδρικού ναού του Μπάρι, που αφιέρωσε στον Άγιο Νικόλαο ο πάπας Ουρβανός Β’ το 1079. Καθώς η αρπαγή των λειψάνων στα Μύρα είχε γίνει βιαστικά για τον φόβο των ντόπιων, το 1100 ο τάφος του έγινε στόχος για δεύτερη φορά, όταν Ενετικός σταυροφορικός στόλος πέρασε από κει καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους. Μικρότερα οστά που παρέμεναν στον τάφο περισυνελέγησαν και τελικά έφτασαν στη Βενετία, όπου εξακολουθούν να φυλάσσονται στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στο Λίντο. Από εκεί θραύσματα των λειψάνων του προώθησαν τη λατρεία του στη Νορμανδία (Νορόν), τη Φλάνδρα (Αββαείο Βάτεν) και τη Γαλλία (Πορτ). Έτσι σταδιακά μεταλλάχθηκε στη γνωστή κοκκινοφορεμένη εμπορική φιγούρα-αρχέτυπο της προσφοράς χριστουγεννιάτικων δώρων στα παιδιά της Δύσης.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η σύγχρονη επιστήμη τη δεκαετία του 1950 μπόρεσε να αποδείξει ότι τα λείψανα στο Μπάρι και τη Βενετία ανήκαν όντως στον ίδιο μικρόσωμο άνδρα που, την εποχή του θανάτου του ήταν περίπου 70 ετών και υπέφερε από αρθρίτιδα. Η μύτη του είχε σπάσει και επουλωθεί, στοιχείο που υποστηρίζει τη μαχητικότητα για την οποία ήταν γνωστός. Αποκατάσταση των χαρακτηριστικών του προσώπου του είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο.
Μεγάλη ανάγλυφη παράσταση του αγίου με λατινικά επισκοπικά άμφια βρίσκεται εντοιχισμένη στον κεντρικό πύργο του φρουρίου, πάνω από τα εραλδικά εμβλήματα των δωρητών. Βλέπει ανατολικά, αγναντεύοντας προς την πατρίδα του αγίου στη Μικρά Ασία: εκατό χιλιόμετρα ανατολικότερα βρίσκεται η γενέτειρά του, τα Πάταρα, κοντά στο σύγχρονο Γκελεμίς, και πενήντα χιλιόμετρα πιο πέρα στην ίδια κατεύθυνση βρίσκονται τα Μύρα.
Ο εντοπισμός σε δεύτερη χρήση ενός λίθινου κιλλίβα με τον θυρεό του Τάγματος των Ιωαννιτών και ταινία με το όνομα του Αγίου Νικολάου σε γοτθική γραφή, υποδηλώνει την ύπαρξη παρεκκλησίου αφιερωμένου στον άγιο κατά την εποχή του μεγάλου μαγίστρου Ζακόστα (1461-67). Δυστυχώς, μεταγενέστερες παρεμβάσεις καθιστούν αδύνατο τον εντοπισμό του πρώιμου λατινικού παρεκκλησίου. Αυτό, μετά την πολιορκία του 1480, προφανώς αντικαταστάθηκε από το σημερινό καμαροσκέπαστο παρεκκλήσιο. Η αρχική εκκλησιαστική του χρήση μαρτυρείται από τον προσανατολισμό του και από τη μετάθεση μαρμάρινου ρόμβου με ακτινωτό χριστόγραμμα (IhS) από την πύλη του αρχικού φρουρίου στα αριστερά της εισόδου στο νέο παρεκκλήσιο.

NICHOLAS, PATRON SAINT OF THE FORT
Fort St Nicholas takes its name from a Byzantine Greek chapel which stood on the site before the building of the fort. For Orthodox Christians, Nicholas had always been the patron of mariners and generally those who travelled by sea. In the Greek islands, where the sea was of vital importance for survival, a chapel dedicated to the saint is often found on some part of the rocky coast by the harbour.
Little is known of Nicholas himself, besides the fact that he was a native of Patara in Asia Minor who became bishop of nearby Myra, modern Demre in Turkey, in the early 4th century. He is supposed to have been imprisoned and tortured during the Diocletianic persecution of Christianity in 303-311, and to have spent time in a hermitage at Bethlehem. His first reported miracle took place aboard a ship on his way to the Holy Land, when he “reprimanded” a stormy sea into calmness. He is said to have been a participant of the First Ecumenical Council of the Christian Church at Nicaea (AD 325), where he physically assaulted a follower of the heretic Arius; as a consequence, he was jailed for a time by emperor Constantine the Great, who was presiding at the Council. Local tradition in the Dodecanese links him particularly to the island of Chalki a few miles to the west of Rhodes, where he is honoured as the christianizer of the inhabitants.
Although the saint’s original resting place may have been an Early Christian church on the islet now known as Gemiler Adasi off the Anatolian coast, for several centuries his bones lay in his church at Myra. In AD 520 his church was replaced by a larger cathedral which is still standing. This venerable monument, restored by tsar Nicholas I in 1862, remains an important pilgrimage site in the cult of the saint, although his tomb lies empty, a victim of medieval relic-hunters.
The adventures of his relics in the Middle Ages promoted the cult of saint Nicholas in the Latin West. There he became better known since 1078, when his bones were carried off by seamen from the Italian city of Bari; they remain to this day in the crypt of Bari cathedral, a church dedicated to St Nicholas by pope Urban II in 1079. As the robbery of the relics at Myra had been hastily carried out for fear of the locals, in 1100 his tomb was targeted a second time, when a Venetian Crusader fleet passed by on its way to the Holy Land. Smaller bones formerly left behind were collected and were eventually taken to Venice where they are still kept at the monastery of St Nicholas at the Lido. Fragments of his relics then introduced his cult in Normandy (Noron), Flanders (Watten Abbey) and France (Port). From there he evolved into a Father Christmas figure and a model of gift-giving to Western children.
Remarkably, modern science in the 1950s has been able to prove that the relics at Bari and in Venice actually belonged to the same small man who, at his death, was aged about 70 and suffered from arthritis. His nose had actually been broken and mended, a piece of evidence in support of his intrepid character. A reconstruction of his face is accessible on the internet.
A large relief figure of the saint in Latin episcopal vestments is set above the heraldry of the main tower of the Fort. It looks east, straight towards the saint’s Anatolian homeland: a hundred kilometers to the east is his birthplace of Patara, near modern Gelemish, and fifty kilometers further east in the same direction lies Myra.
The discovery on the site of a corbel bearing the cross of the Order of the Hospital with a band bearing the name of St Nicholas in gothic letters indicates the existence of a chapel dedicated to the saint in the times of grand master Sacosta (1461-67); unfortunately, later alterations make it impossible to locate the early Latin chapel. This, after the siege of 1480, was replaced by the present barrel-vaulted chapel whose original religious function is indicated by its orientation and by the relocation of a marble diamond-shaped plaque with a radiate christogram (IhS) from the early gate of the Fort to the left of the entrance to the new chapel.


